ἀμορβός

ἀμορβός
Grammatical information: m. f.
Meaning: `follower, shepherd' (Call.).
Derivatives: Adj. ἀμορβαῖος said of χαράδραι (Nic. Th. 28, 489), meaning unclear; scholiasts render it with ποιμενικαί or σκοτεινώδεις (just guesses?); cf. EM 85, 20: ἀμορβης καὶ ἀμορβές σημαινει τὸ μεσονύκτιον παρὰ την ὄρφνην .... σημαίνει καὶ τὸν ἀκόλουθον. - ἀμορβίτης see ἀμόρα.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Unknown. See Pisani Ist. Lomb. 77, 541 (whose own explanation as *ἁμορ-β-ός, to ἁμαρ-τή (from *ἁμαρ-στη) and βῆναι is most improbable).
Page in Frisk: 1,94-95

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἁμορβός — ἀμορβός , ἀμορβός follower masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμορβός — ἀμορβός, ο (θηλ. ἀμορβὰς) (Α) 1. ακόλουθος, υπηρέτης 2. βοσκός, χοιροβοσκός. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολογίας. Πιθ. αιολ. τ. αντί *ἁμαρβὸς < ἁμαρτὴ «ταυτόχρονα, μαζί με» + βῆναι. ΠΑΡ. αρχ. ἀμορβαῖος, ἀμορβεύς, ἀμορβεύω, ἀμορβέω, ἀμορβής, ές] …   Dictionary of Greek

  • ἀμορβός — follower masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμορβοί — ἀμορβός follower masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμορβούς — ἀμορβός follower masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • mer-2 ; *extended mer-ek- —     mer 2 ; *extended mer ek     English meaning: to shimmer, shine     Deutsche Übersetzung: “flimmern, funkeln”     Material: O.Ind. márīci , marīcī “Lichtstrahl, Luftspiegelung” (marī : Gk. μαῖρα, μαρί̄λη); Gk. μαρμαίρω, μαρμαρίζω ‘schimmere” …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • αμορβάς — ἀμορβὰς ( άδος), η (θηλ. τού ἀμορβὸς) (Α) φρ. «ἀμορβάδες Νύμφαι» αγροτικές, υπηρετικές Νύμφες …   Dictionary of Greek

  • αμορβεύω — ἀμορβεύω (Α) [ἀμορβός] 1. επιτηρώ, προσέχω 2. παθ. ακολουθώ, υπηρετώ …   Dictionary of Greek

  • meigh-, also meik- —     meigh , also meik     English meaning: to glimmer, twinkle; mist     Deutsche Übersetzung: “flimmern, blinzeln; dunkel (vor den Augen flimmernd)”     Material: 1. meigh : A. with the meaning “flicker, blink, micüre”. M.N.Ger. micken “observe …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.